Πολλές είναι οι περιπτώσεις, όπου τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδότες αποφασίζουν να προχωρήσουν με την αδήλωτη εργασία. Φυσικά, τα συμφέρονται στην κάθε περίπτωση διαφέρουν σημαντικά. Είναι όμως κοινός ο τόπος συμφωνίας και το αποτέλεσμα είναι κάθε φορά το ίδιο. Ωστόσο, ακόμη και αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως η αδήλωτη εργασία συμφέρει, στην πραγματικότητα και με μια πιο ψύχραιμη ματιά τα πράγματα διαφέρουν.

Από την πλευρά του εργαζομένου, η αδήλωτη εργασία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας. Αντιθέτως, η λήξη της εργασιακής σχέσης γίνεται άμεσα και χωρις κανέναν περιορισμό. Επιπλέον, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο εργαζόμενος θα λαμβάνει το μισθό που δικαιούται ή το ποσό που έχει συμφωνήσει με τον εργοδότη. Οι προφορικές συμφωνίες ποτέ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις γραπτές αποδείξεις. Τέλος, η έλλειψη ενσήμων συνεπάγεται τροχοπέδη στο συνταξιοδοτικό αλλά όχι μόνο. Η ασφαλιστική ικανότητα εγγυάται την απρόσκοπτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τον κάθε εργαζόμενο και τα εξαρτώμενα σε αυτό μέλη.

Ο εργοδότης ωφελείται μέσα από τη δηλωμένη ασφάλιση, καθώς δικαιολογεί τα έξοδά του και μπορεί να διεκδικήσει μείωση φορολογίας και άλλα προνόμια. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα ο εργοδότης επωφελείται από ευνοϊκούς όρους στη μισθοδοσία των εργαζομένων και από επιχορηγήσεις. Εξάλλου, είναι απελευθερωτικό το συναίσθημα που βιώνει κάποιος όταν ακολουθεί τη νόμιμη οδό. Όταν όμως διακινδυνεύει έστω και για το εφήμερο κέρδος, τότε αυτό το κέρδος μειώνεται σε αξία διαχρονικά.

Όπως μπορείτε εύκολα να διαπιστώσετε από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, είναι πολύ σημαντική η δηλωμένη εργασία. Τόσο για τον εργαζόμενο, όσο και για τον εργοδότη, τα οφέλη είναι πολλαπλά και μακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό τέτοιες αποφάσεις σε σχέση με τη φύση της εργασίας θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται αντικειμενικά και κρίνοντας σε βάθος χρόνου. Σε αντίθετη περίπτωση, μια λανθασμένη παρόρμηση ή μια επιφανειακή κρίση ενδέχεται να σταθεί εμπόδιο στην μετέπειτα εργασιακή πορεία του καθενός.